Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

"Πώς να πεθάνετε μόνοι" - Ταξιδιωτικός Οδηγός

Βρείτε την ψυχική ασθένεια που κληρονομήσατε από την οικογένεια σας.
Λογικά θα βρίσκεται στο υπόγειο, σε κάποιο παλιό μπαούλο του παππού.
Φορέστε την. 
Νιώστε το τραχύ ύφασμά της να γδέρνει το δέρμα σας και να αφήνει μόνο τους μύες σας να φαίνονται.
Έπειτα συνεχίστε να την φοράτε. Γιατί την συνηθίσατε. Γιατί σας ταιριάζει. Γιατί χωρίς δέρμα,
κρυώνετε...

Το επόμενο βήμα είναι να βρείτε τον κατάλληλο συνταξιδιώτη.
Πρέπει να φοράει κι αυτός ένα ανάλογο, αν όχι ίδιο, πανωφόρι.
Ανοιχτείτε. Μιλήστε. Ερωτευτείτε. Νιώστε πόνο για εκείνον.

Και τότε, όσο εκείνος δεν κοιτάει, με μιά απότομη κίνηση...
ξεγυμνώστε τον απ'το παλτό ψυχολογικών που φοράει.

Κι εκείνος θα σοκαριστεί, αλλά θα σας αγαπήσει παραπάνω.
Και μόλις σας αγαπήσει παραπάνω, θα θελήσει κι αυτός να σας απαλλάξει
απ'το σύμπλεγμα ασθενειών που αποτελεί την γκαρνταρόμπα σας.

Αλλά εσείς κρυώνετε. Δεν το βγάζετε. Κρυώνετε πολύ.
Και στην τελική,
αυτα τα σκατορούχα ήταν πάντα εκεί για μένα,
η φυσική άμυνα του οργανισμού μου απέναντι στους εξωτερικούς εισβολείς.
Δεν σκέφτηκαν ποτέ να με αφήσουν.
Ίσα-ίσα, η μόνη τους έγνοια είναι να σφιχτούν ακόμα περισσότερο απάνω μου.

Γιαυτό λοιπόν δεν το βγάζω. 
Γιατί εσύ κάποια στιγμή θα φύγεις.
Γιατί το ξέρω.
Γιατί έτσι είναι η ζωή.

Θέλω τουλάχιστον να μην πεθάνω μόνος.

Δεν θέλω να με βρουν νεκρό και γυμνό από γλίστρα στην μπανιέρα μου.

Θέλω να με βρουν πνιγμένο ασφυκτικά από το παλτό που δεν άφησα και δεν με άφησε ποτέ.

Δεν θέλω να πεθάνω μόνος.

"Απόψε στις ειδήσεις των 8, 21 ετών καλλιτέχνης βρέθηκε νεκρός, έχοντας κάνει κόμπο τον γιακά του σε σημείο ασφυξίας, σε μια πρωτοφανή και πρωτότυπη αυτοκτονία. Στο σπίτι του δεν βρέθηκαν άλλοι άνθρωποι, ή άλλα πτώματα.
Πέθανε μόνος."



Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Αυτόματη Γραφή (1η Απόπειρα)

Χέρια, αίματα, τοίχοι καταραμένοι, θάνατος, κόλαση και το μαχαίρι έχει μείνει καρφωμένο σε έναν μανδύα στον τάφο και ο φορέας του μανδύα πέθανε απ’τον φόβο του νομίζοντας πως κάποιος νεκρός τον άρπαξε. 
Μαχαίρι, σκουλήκι, στον λαιμό, φωνητικές χορδές, καρωτύδα, λαρρύγγι, δόντια, πόδια κομμένα που δεν περπάτησαν ποτέ γιατί δεν βρήκαν το κατάλληλο μέγεθος παπουτσιών. 
Θα σκοτώσω τα παιδιά σου. Την οικογένεια σου, αρκεί να περάσει αρκετός χρόνος για να μην με καταλάβουν, κρεμασμένος από ένα δέντρο, αφυδάτωση, το πτώμα σου στους γονείς σου, οι γονείς σου πτώματα, πιώματα, στερητικά με κάναν να μιλάω εριστικά που λέει κι ο ανέμης, εθισμένος στα χάπια, εθισμένος στον έρωτα, εθισμένος στον θάνατο, μεθυσμένος απτην ζωή, μπερδεμένος και ΨΩΛΉ. 
Κανω ομοιοκαταληξιες από συνηθεια, πιστευω πως ειμαι ένα ανωτερο και ταυτοχρονα ένα κατωτερο ειδος ανθρωπου, το «χομο σαπιενς» δεν με εκφραζει, το «χομο ερεκτους» εχει πιο πολύ πλακα γιατι το καυλι μου λειτουργει καλα. Γυναικα, γυμνη, αληθεια, ντυμενη, στο κρεβατι μου και οι δυο, και δεν ξερω ποια να παντρευτω και ποια να πηδηξω.

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Εγώ, ο γιατρός μου, η φαρμακοποιός μου, και εσύ (Σε Ενα Νησί)


Θα πάρω τον γιατρό μου από το χέρι,
το χέρι που μου γράφει τις συνταγές,
το χέρι που παίρνει τα λεφτά μου,
θα του το φιλήσω ευλαβικά
και έπειτα θα το σφίξω
μέχρι να κοκκινίσει η μούρη του
και να μου κανει "ΑΑ ΑΑ ΑΑ ΕΛΑ ΣΤΑΜΑΤΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΜΟΥ".
Θα του αφήσω το χέρι, Θα γελάσω. Θα γελάσει.
Θα του ρίξω μία φιλική σφαλιάρα στο σβέρκο,
θα τον αρπάξω από τον γιακά και θα τον πετάξω στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μου,
και θα του πω να με περιμένει,
κλεδώνοντας το αμάξι και ανοίγοντας ελαφρώς ένα παράθυρο, για να μην πεθάνει από ασφυξία.

Θα πάρω την φαρμακοποιό μου απο πίσω.
Δηλαδή, μόλις τελειώσει την βαρδιά της
θα την ακολουθήσω
ως το σπίτι της
να επιβεβαιωσω πως όντως υπάρχει και πέρα απο τον ναό του φαρμακείου
να επιβεβαιώσω πως μπορει να ζησει και χωρις τον δυνατο και μονιμο κλιματισμο
να ξερω πως μπορει να αισθανθει κατι περα απο την μυρωδιά της φαρμακίλας.
Και δεν ξέρω αν μύρισε τα φάρμακα στην τσέπη μου,
ή τον ιδρώτα μου,
ή την φαρμακίλα που έβγαινε απ'τον ιδρώτα μου,
αλλά γύρισε απότομα,
με κοίταξε στα μάτια και μου χαμογέλασε, όπως έκανε πάντα
και έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπο μου.
"Το ξέρεις πως μπορώ να σου δίνω τα φάρμακα σου και χωρίς την συνταγή, έτσι; Δηλαδή, είναι παράνομο, αλλα γνωριζόμαστε, δεν εισαι πλέον απλός πελάτης..", μου είπε.
"Δεν θέλω να σου δημιουργήσω πρόβληματα..", της είπα,
Με φίλησε.
Με το σθένος μιας 30χρονης πήγε να μου ξεκουμπώσει κατευθείαν το παντελόνι.
Της τράβηξα τα χέρια, την σήκωσα απότομα
και της είπα:
"ΔΕΝ. ΘΕΛΩ. ΝΑ. ΣΟΥ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΩ. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ."
Και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, την είχα αρπάξει και την είχα πετάξει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου μου, δίπλα στον γιατρό μου.

Θα με πάρεις τηλέφωνο.
Θα με ρωτήσεις "τι κάνω".
Θα σου πω "το τελειώνω".
Θα καταλάβεις χωρίς να ζητήσεις εξηγήσεις.
Θα με ρωτήσεις,
"θες παρέα μήπως..?"
Θα σου απαντήσω,
"είμαι με τους ανθρώπους που πρέπει να είμαι.
Δεν χρείαζομαι κανέναν παραπάνω.
Κανέναν καριόλη παραπάνω...
Σε παρακαλώ, έλα."

Και όλοι θα μένουν μαλάκες όταν θα περνάει με 200 το αμάξι μας μπροστά τους
παίζοντας uplifting trance
με τον γιατρό και την φαρμακοποιό να κοπανιούνται στο πίσω κάθισμα
με εμενα στην θεση του οδηγου, να μην ξερω να οδηγω
και με εσενα στην θεση του συνοδηγου,
να μου τραβάς το τιμόνι, να αλλάζεις ταχύτητες και να μου κλεινεις τα μάτια.

Ώσπου θα φτάσουμε στο Νησί
θα κατέβουμε κάτω,
θα βγάλω τρεις καρέκλες θαλάσσης
θα τις στήσω
ο γιατρός θα χυθεί σαν λουκουμάς στην καρέκλα του
η φαρμακοποιός θα βάζει ακριβά και high tech αντιηλλιακά, καθισμένη στην καρέκλα της
και στην τρίτη καρέκλα θα βάλουμε ένα boom box.

κι εμείς θα ξαπλώσουμε στις καυτές πέτρες
και θα καιγόμαστε
και θα αγαπιόμαστε
και θα καιγόμαστε
για πάντα

Σε ένα νησί,
εγώ,
ο γιατρός μου.
η φαρμακοποιός μου,
κι Εσύ.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Sondre 3000- ΈΝΑ ΩΡΑΙΟ ΠΡΩΙΝΟ


«Η λευκή σελίδα,
ο μεγαλύτερος εχθρός του καλλιτέχνη.»,
της είπα,
κι εκείνη δεν εντυπωσιάστηκε καθόλου.
Κοίταζε το κινητό της.

«Ο καλύτερος του φίλος, επίσης.»,
προσέθεσα, προσπαθώντας να σώσω το κλισεδάκι.
κι εκείνη έβγαλε έναν μικρό ήχο σαν γέλιο.
Κοίταζε το κινητό της.

«Ή μάλλον, του «ποιητή», όχι του «καλλιτέχνη».
Το «καλλιτέχνης» ακούγεται πολύ πομπώδες..»

συνέχισα, εκκρίνοντας σποραδικές ποσότητες λογοδιάρροιας,
βγάζοντας με το ζόρι μία αντίδραση από μέσα της,
με την μορφή ενός μεγαλύτερου ήχου σαν γέλιου.
Κοίταζε το κινητό της.

«Βασικά, προτιμώ το «γραφιάς». Όχι το «ποιητής».»,
της είπα, πάλι.
Γέλασε με τον ίδιο τρόπο,
αλλά αυτή την φορά μου έριξε ένα γλυκό βλέμμα
Έπειτα συνέχισε να κοιτάζει το κινητό της.

«Πώς νιώθεις που είσαι η μούσα μου;»,
ρώτησα.
«Περίεργα»,
απάντησε.
«Είμαι αρκετή για μούσα;»,
ρώτησε.
«Ναι.»,
απάντησα.
«Αυτό θα εξαρτηθεί απ’το αν θα γράψεις την μεγαλύτερη μαλακία της ζωής σου.»,
απάντησε.
«Ναι. Τότε το φταίξιμο πέφτει στην μούσα.»

Γέλασε
Σταμάτησε να κοιτάει το κινητό της
κι άρχισε να τραγουδάει.

«Δίνω πόνο τώρα.»,
της είπα, -σχετικά- ειρωνικά.
Συνέχισε να τραγουδάει,
σταμάτησε να τραγουδάει
και κοίταξε το κινητό της.

Εγώ λοιπόν, σηκώθηκα όρθιος
βγήκα έξω στο μπαλκόνι
και της φώναξα
«Διάβασε το τώρα»
κι εκείνη το διάβασε,
εγώ μπορεί να έπεσα,
μπορεί και όχι.

Αλλά εκείνη το κοίταξε.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Sonder/Φώντας(FONDER) - ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ

«Πάντα αντιπαθούσα τους χασικλήδες», μου είπε
και έσκασε τον μπάφο που μόλις είχα στρίψει για αυτόν.
Δεν θύμωσα, 
αν και πάντα θυμώνω για το τίποτα.
Εξάλλου, αν και πίνω πάνω από ένα γραμμάριο μόνος μου την μέρα
δεν θα ‘λεγα πως είμαι χασικλής.
θα ‘λεγα πως είμαι μαρξιστής
που δεν έχει σχέση με την εργατική τάξη.
θα ‘λεγα πως είμαι αντισεξιστής
που, που και που λέει την κοπέλα του πουτάνα.
θα άκουγα την μάνα μου να λέει πως είμαι ο λόγος που ζει
λίγο αφού μου πει πώς είμαι ο λόγος που έβγαλε για δεύτερη φορά καρκίνο στο στήθος
θα άκουγα την θεία μου να μου λέει πως χρειάζεται κάποτε να κόψω τα ηρεμιστικά
και θα την έβλεπα να μου δίνει συνταγή για άλλα τρία κουτιά που χρειαζόμουν
Θα ήμουν ένας ράππερ που προσπαθεί να γράψει ποίηση
ενώ ένας ποιητής έχει σκεφτεί ήδη τους στίχους του μέρους του,
και κοιμάται στον καναπέ μου.
Θα έγραφα κάτι ενδιαφέρον
πάντα έβρισκα ενδιαφέρουσες  τις αντιφάσεις.
αλλά πάντα γράφω ό,τι ζω
και στην ζωή μου δεν βλέπω καμία

***                                                                                                                                       
Το χασίς είναι μια μαλακία και μισή
τόσα πεταμένα λεφτά για ένα ελαφρύ ηρεμιστικό
ενώ μπορείς να αγοράσεις κατευθείαν την πρέζα σου
και να ηρεμίσεις μια και καλή, αν 
δεν βλέπεις τον κόσμο γεμάτο αγάπη κι ελπίδα
μάλλον δεν πίνεις τίποτα που να αξίζει τον κόπο
τον βλέπω κατάμαυρο 
γεμάτο ψόφιες χελώνες και ρούχα για πλύσιμο
και τριγυρίζω το πρωί, σπινταρισμένος με εσπρέσσο
να προλάβω το σκουπιδιάρικο μην μαζέψει καταλάθος το γείτονα
ίσως και να του άξιζε βέβαια
κάποτε μας έριξε μισό γραμμάριο
μην με εμπιστεύεσαι, είχε πει, είμαι μουνόπανο εγώ
μου είχε φανεί τότε αρκετά γλυκούλης
τελικά ήταν όντως μουνόπανο.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Sonder - Αληθινές Ασυναρτησίες



Μπήκα σε ένα τσαντίρι
γεμάτο μπιμπελό,
αφίσες και φωτογραφίες και πίνακες.
Μ’άρεσαν τα τσαντίρια,
προτιμούσα τα υπόγεια,
σιχαινόμουν  την διακόσμηση, γενικά.
οι τοίχοι μου πάντα ήταν άσπροι και τα ρούχα μου πάντα μαύρα.

Με χαιρέτησε ένα παλικάρι
με περίτεχνο κούρεμα
δουλεμένο στυλ
και ψαγμένο λεξιλόγιο.

Μου έπιασε την κουβέντα για την ποίησή του.
Για κάθε του ποίημα, είπε, έφτιαχνε μια διαφορετική περσόνα.
Έφτιαχνε ένα φανταστικό πλαίσιο,
έναν ψεύτικο κόσμο,
ένα συνονθύλευμα καταστάσεων τις οποίες δεν μπορούσε ποτέ να ζήσει
αν δεν τις ζούσε γράφοντας τες
και τέλος πάντων, συνέχιζε να λέει πολλές πολλές λέξεις όσο εγώ κοιτούσα την ώρα.

Μου είπε ότι το περισσότερο υλικό των ποιημάτων του
προερχόταν από τα όνειρα του
άρα το νόημα υπερέβαινε το χαρτί,
τις λέξεις,
τον εαυτό του,
την συνείδηση του,
το υποσυνείδητο του.
Μου είπε πως τίποτα δεν είναι αληθινό,
συνεπώς κάνεις δεν μπορεί να γράψει αληθινή ποίηση.

«Έχεις δίκιο»,

του είπα.


Σηκώθηκα όρθιος,
πήγα να σβήσω το τσιγάρο μου,
αλλά τελικά του το πέταξα αναμένο στο μάτι του.

Οι σπίθες ήταν αρκετά αληθοφανείς.

Τον κράτησα απ’τον γιακά με το αριστερό χέρι
και με το δεξί μου χέρι
το πιο πειστικό μου χέρι
έκανα την μούρη του τον λιγότερο ψεύτικο πολτό που έχει υπάρξει ποτέ
και τον άφησα να σκάσει στο πάτωμα σαν ντομάτα.


Δεν πείραξα το πορτοφόλι του.

Πριν φύγω απ’το τσαντίρι,
μάζεψα όλα τα μπιμπελό,
τα αναμνηστικά,
τα αγαλματίδια
και τα έσπασα πάνω στην πλάτη του.

Έπειτα, ξεκίνησα για το υπόγείο μου
σκεπτόμενος
πως και σήμερα
έβγαλα υλικό
για λίγη αληθινή Ποίηση, όχι μαλακίες.


Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Sonder - ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΟΥΠΕΡΣΤΑΡ

Άναψε το πούρο
που δεν είχε ανάμεσα στα δάχτυλα,
αλλά χωμένο στην τρύπα της παλάμης του.
αυτό το κόλπο πάντα εντυπωσίαζε τις γκρούπιζ.

Έπαιξε ένα εξαιρετικό σόλο στην κιθάρα
και απήγγειλε μία αυτοσχέδια αλληγορία
για την αγάπη και μαλακίες.
η αγάπη κι οι μαλακίες πάντα καύλωναν τις γκρούπιζ.

Έβαλε τα
arnette του
ίσιωσε τα λαδωμένα μαλλιά του
σκούπισε την λίγδα των χεριών του στους ατροφικούς κοιλιακούς
και στα κόκκαλα των πλευρών του
κι άρχισε να ουρλιάζει
και να χτυπάει τοίχους
και να χτυπάει τον εαυτό του.
τα ψυχωτικά επεισόδια πάντα τρόμαζαν τις γκρούπιζ.

Τότε, μόνος
έβγαλε τον σταυρό απ’την πλάτη του
κι έβαλε την πλάτη του στον σταυρό
και αναρωτήθηκε μήπως έπρεπε να ξαναρχίσει τα ναρκωτικά.
Απέλυσε τον πατέρα του, ο οποίος εκτελούσε χρέη μάνατζερ
και απαιτούσε μονίμως θυσίες από τον σουπερ-σταρ
και πίεζε τον σούπερ-σταρ
γιατί δεν είχε
είτε τα αρχίδια,
είτε το στυλ
για να γίνει ο ίδιος σουπερ-σταρ.

Ήπιε έναν τελευταίο μπάφο
(πάντα τον κατηγορούσαν ως καγκουρο-χίπη)
έγραψε το καλύτερο ποίημα της ζωής του,
με την μορφή του σημειώματος αυτοκτονίας του
έβαλε μία καραμπίνα στο στόμα του
και αφού φρόντισε οι συνθήκες του θανάτου του να ήταν τέτοιες ώστε να ενοχοποιούσαν την τρελή γκόμενα του, την Μαρία
πέθανε
σαν σωστός σουπερ-σταρ
σαν σωστός εραστής.