Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Sonder - Το Μπισκότο


Βγήκα στον δρόμο
με ένα στομάχι γεμάτο ηρεμιστικά, κρασί
και ένα μπισκότο.
Ναι, ένα μπισκότο.
Δεν πεινάω πολύ, πειράζει;

Κάθισα στο παγκάκι.
Έφαγα άλλο ένα ζάναξ.
Την περίμενα να έρθει.
Όπως την είδα να έρχεται από μακρυά,
αγχώθηκα κι άλλο
έβαλα σπασμωδικά ένα ακόμη χάπι στο στόμα μου.
Πήγα να το καταπιώ χωρίς κρασί,
έκατσε στον λαιμό μου
κι άρχισα να βήχω σαν καρκινιάρης
μέχρι που έπεσα βήχοντας στα γόνατα.

Εκείνη, πλησίαζε.
εγώ έβηχα στα τέσσερα.
«Γιάννη;», ρώτησε
πρώτη φορά με έβλεπε από κοντά
πήγα να απαντήσω με δάκρυα στα μάτια
αλλά πνίγηκα παραπάνω
κι έμοιαζα να παθαίνω εγκεφαλικό στην πλατειά,
μπροστά απ’το παγκάκι.
ε και ντάξει, ναι, άρχισα να ξερνάω.
δεν είμαι και περήφανος
αλλά ανθρώπινο είναι.

Και ξέρασα.
Χάπια,
ξύδια,
οργασμούς,
ενοχές,
στομαχικά υγρά,
α, κι ένα μπισκότο.
Είπαμε, δεν πεινάω πολύ.

Την ένιωσα να μου χαιδεύει το κεφάλι.
Κοίταξα προς το μέρος της
πίεζε κάθε μύ στο προσωπό της να μου χαμογελάσει,
να νιώσω λίγη προστασία.
το ανταπέδωσα,
 χαμογελώντας με όλα τα υπολλείματα εμετού στα δόντια μου

Μακάρι να είχα άλλο ένα μπισκότο για την γεύση.
Χαμογελάσαμε για λίγο ο ένας στον άλλον.
Ε, μέχρι που
λίγο η μυρωδιά
λίγο οι εμετοί σε όλον τον περιβάλλοντα χώρο μου,
άρχισε κι αυτή να ξερνάει ανεξέλεγκτα μες στην μούρη μου.
Ντάξει, ανθρώπινο είναι.

Και ξέρασε.
Ξέρασε θυμό, και μου μπήκε λίγος στα αυτιά
θλίψη, που μου έτσουξε λίγο τα μάτια,
πίκρα, που μου βούλωσε τα ρουθούνια
ε και ντάξει
κατάλαβα πως κάποια στιγμή
ή θα πεθάνουμε μαζί από γηρατειά,
ή θα πεθάνει ο ένας απ’το χέρι του άλλου,


την στιγμή που
εκσφενδονίστηκε απ’το στόμα της
και χώθηκε στο δικό μου
ένα 
μισοχωνεμένο 
μπισκότο