Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Delta Raw - Τρόμος και παράνοια στα νότια

(Disclaimer: Το παρόν διήγημα δεν το έγραψα εγώ, αλλά ο διάσημος ιντερνετικός συγγραφέας Delta Raw. Δεν γνωρίζω και δεν φέρω καμία ευθύνη σχετικά με το αν ταυτίζεται με πραγματικές καταστάσεις και πρόσωπα, απλώς το φιλοξενώ στο blog μου μιας και το δικό του έκλεισε πρόσφατα.)

Ήταν ένα βραστό βραστό καλοκαίρι στην Αθήνα και όπως το συνήθιζα, κοίταζα το ταβάνι. Ακόμα δεν είχα βρει δουλειά μα είχα ευτυχώς στην άκρη τα λεφτάκια που μου είχαν αφήσει οι γονείς μου πριν φύγουν διακοπές. Δεν ήταν και λίγα και όπως ήξερα καλά, αν έχεις λεφτά μπορείς να κάνεις καλοκαίρι παντού, ακόμα και σε μια σκατόπολη σαν την Αθήνα.

Με είχε καλέσει λοιπόν εκείνη τη μέρα στη Βουλιαγμένη ένας καλός φίλος μου ο Χρηστάκης. Ο Χρηστάκης ήταν ένα καλό παιδί, μονίμως χλωμό από την αβιταμίνωση και τα σπιντάκια που έπινε και φυσικά νευρικός για τους ίδιους λόγους. Μα ήταν στις καλές του εκείνο τον καιρό γιατί γαμούσε καλά και με προσκάλεσε για
all-nighter στα νότια. Εγώ κατά βάση ψηνόμουν να κάτσω σπίτι αλλά τελικά δέχτηκα. Πόσο σπίτι να αντέξει ένας άνθρωπος. Ήμουν ακόμα άνθρωπος τότε και κρατάω μέχρι σήμερα.

Τέλος πάντων τον συναντάω κοντά στο σταθμό του ελληνικού αργά το απόγευμα, μπαίνουμε στο λεωφορείο και κατεβαίνουνε Βουλιαγμένη. Οι Βουλιαγμενιώτες είναι οι άνθρωποι που πληρώνουν πιο φθηνά τα ναρκωτικά τους απ’ τους υπόλοιπους κατοίκους της Αττικής αλλά πιο ακριβά τις σαλάτες τους. Πράγμα λογικό γιατί όλη η νεολαία εκεί, μην έχοντας ταλαιπωρηθεί ποτέ και για τίποτα στη ζωή της, σπρώχνει χάπια και σκόνες για να φτιάξει όνομα στην πιάτσα. Φήμες λένε ότι αν δεν έχεις σπρώξει έστω έναν παπά για γκαφρά δεν μπορείς να γαμήσεις εκεί πέρα. Όσο για τις σαλάτες είναι ακριβές επειδή τα μαρούλια τους είναι από χρυσό ή για κάποιον άλλον παρανοϊκό λόγο που ποτέ δεν κατάλαβα. Κάποτε έβγαινα με μια κοπέλα από αυτά τα μέρη και ήταν φρικιαστικό. Πάντα μετά το μπάνιο στη θάλασσα ήθελε να τρώμε σαλάτα του καίσαρα,  περιττό να πω ότι χτυπάγαμε κάτι 20ευρα λογαριασμό για πλάκα. Με τον καιρό εγώ βαρέθηκα να πληρώνω κι αυτή διαπίστωσε ότι δεν θα αδυνάτιζα με τίποτα με τις πανάκριβες σαλάτες της. Με παράτησε για έναν ηλίθιο. Μου συμβαίνει αρκετά συχνά αυτό.

Φτάσαμε λοιπόν Βουλιαγμένη με τον Χρηστάκη και ψάξαμε ένα καλό πάρκο να ξαποστάσουμε τα φοιτητικά κορμιά μας. Λίγο αργότερα ήρθε και κάθισε μαζί μας μια φίλη του, η Νίνα. Η Νίνα ήταν ε όχι ωραίο γκομενάκι αλλά τουλάχιστον μέτριο και αρκετά ενδιαφέρουσα, εγώ ήμουν ξεκάθαρα όχι ωραίο γκομενάκι και βαρετός μέχρι αηδίας εκτός αν είχες πάρα πολύ ελεύθερο χρόνο.Αλλά με τη Νίνα, όπως το σκεφτόμουν τουλάχιστον, είχα καλές πιθανότητες. Μόνη της μου είχε πει μια φορά να βγούμε αν και εγώ δε μπορούσα τότε, επιπλέον ο πρώην ήταν πρεζάκι που προσπάθησε να την βάλει στο τριπάκι και αυτήν και μάλλον εμάς, που ποτέ δεν της δώσαμε από το δικό μας σταφ μας είχε πάρει με καλό μάτι. Κανά δυο φορές νομίζω είχα ξεράσει μπροστά της και δε φάνηκε να την ενοχλεί, πολύ εντύπωση μου είχε κάνει αυτό, τα θηλυκά που είχα συνηθίσει εγώ, κάνανε πολύ κέφι τις κουβέντες για ντρόγκια, για περιθώρια, για ψυχολογικά, αλλά στο πρώτο μπαντ τριπ σου λέγανε ότι μάλλον ψάχνουν κάτι πιο ισορροπημένο. Η ώρα η καλή.

 Καθόμασταν λοιπόν οι τρεις μας και μιλάγαμε περί ανέμων και υδάτων και τότε ο Χρηστάκης ρίχνει την ιδέα.
«Να βρούμε τίποτα να πιούμε ρε...»
«Ναι» είπα λιτά μεν, ενθουσιασμένα δε, «Αλλά τι»
«Ψήνεσαι για καμιά Κόκα;»

 Στο μεταξύ είχε αρχίσει να νυχτώνει και ήξερα ότι αν αρχίζαμε τώρα να πίνουμε οι πιθανότητες να γυρίσω σπίτι μου ήταν ελάχιστες. Λεφτά δεν είχα πάνω μου αλλά μπορούσα πάντα να σηκώσω απ’ το
atm.
«Μμμμ...θα βρούμε όμως ή θα περιμένουμε μέχρι αύριο πίνοντας μπύρες; Γιατί να σαπίζω στα πάρκα δεν ψήνω, έβγαινα και Εξάρχεια.»
«Εξάρχεια θα σε κυνηγούσε καμιά πολιτοφυλακή»

 Εκείνες τις μέρες οι αναρχικοί είχαν φάει λάχανο έναν φρικαρισμένο ντίλερ χόρτου και είχαν απαγορεύσει τη χρήση ναρκωτικών στην πλατεία. Ακόμα μια χούφτα ανθρώπων που θεωρούν την κατά φαντασίαν επανάσταση τους πιο σημαντική απ’ τη μαστούρα, τίποτα καινούργιο. Αλλά μόνο ένας σιχαμένος μικροαστούλης ή ένας συντηρητικός προλετάριος πίστευε σε τέτοιες βλακείες, για αυτό και η πράξη κατά κύριο λόγο στηρίχθηκε από πρώην κνίτες και πρωτοετείς φοιτητές που «σκάνε που και που σε κάνα πάρτι του χώρου». Αδιάφορα όλα αυτά.

«Είμαι πολύ γλυκούλης για να με σκοτώσουν» είπα. Και ήμουν. Είχα ροζ μαγουλάκια, τα φρύδια μου είχαν ενωθεί μεταξύ τους από καιρό, μπόλικα περιττά κιλά, ένα δάχτυλο σπασμένο και κόκκινα γένια. Ήμουν ο ορισμός του δε-γαμάς στην πρωτεύουσα.
«Εντάξει ότι πεις Διονύση, λοιπόν θα πάρω τηλέφωνο ένα δυο φιλαράκια που σπρώχνουν και  θα δούμε τι θα γίνει και τι θα βρούμε, ναι;»
«Ναι»
Ο Χρηστάκης πήρε τηλέφωνο τον πρώτο Ντίλερ και δεν τον βρήκε, μετά πήρε τον άλλο. Κλείσαμε για ένα γραμμάριο στα 70ε, παραλαβή σε μία ώρα  το πολύ. «Ζήτω ο πολιτισμός» σκέφτηκα. Στη μισή ώρα όμως χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο ντίλερ που δεν είχαμε βρει πριν.
«2,5 γου με των 140»
Ο Χρηστάκης γύρισε προς το μέρος μου.
«Μήπως ψήνεις να τα πάρουμε και αυτά;»  με ρώτησε «Σύνολο είναι κάπου 210 και εγώ μπορώ να κολλήσω σήμερα 50 αλλά υπόσχομαι να σου βάλω άλλα 70ε αύριο που θα έχω λεφτά, το πολύ μεθαύριο»
 Η Νίνα δεν έπινε και ως εκ’ τουτου δεν θα πλήρωνε. Γιατί αυτές που πίνουν μαζί μας πληρώνουν ποτέ σε λεφτά;

Το σκέφτηκα. Μια τόσο μεγάλη αφαίμαξη του
atm ίσως είχε συνέπειες αλλά δε γαμιόταν. Το ήξερα από τώρα πως θα ήταν πολύ δύσκολη η φθινοπωρινή σεζόν και έπρεπε τουλάχιστον να είμαι ευχαριστημένος απ’ το καλοκαίρι μου.

«Δώσε το οκέι, μέσα είμαι» του είπα.

Ο Χρηστάκης επικύρωσε το ντιλ και πήγαμε όλοι μαζί στην κοντινότερη τράπεζα. Αχ τα ωραία μου λεφτάκια, εργατοώρες των γονιών μου θα γίνονταν σκόνες. Μην με περάσετε για καθήκι, σκεφτείτε πόσες οικογένειες δεν χρησιμοποίησαν προφυλακτικό όταν έπρεπε και φόρτωσαν σε εμάς την παράνοια του να συναστρεφόμαστε με τα μαλακισμένα κωλόπαιδα που γεννοβόλησαν στη γη μας. Αυτό μας έριξε στα ναρκωτικά. Όχι ο καπιταλισμός. Όχι η πατριαρχία. Η ηλίθια γαμημένη φάτσα και τα μυαλά μερικών μερικών.

Πήραμε τα λεφτά και γυρίσαμε πάρκο, ο Ντίλερ είχε ήδη φτάσει, μας έδωσε το σταφ και σπάσαμε μια γραμμή για τον καθένα μας. Έβγαλα λίγο πρέζα απ’ την τσέπη στα κρυφά όταν δε με πρόσεχαν οι άλλοι για να την αναμείξω με την κόκα μου και ρούφηξα με το καλαμάκι το μείγμα που έφτιαξα. Με χτύπησε αμέσως στο ΚΝΣ. Πέντε λεπτά αργότερα συζητούσα με όρεξη με τον ντίλερ για την κοπέλα του που θέλει να τον χωρίσει και την μάνα του που είναι άρρωστη.

«Φίλε καταλαβαίνω» του είπα «Αλλά και εγώ και ο Χρηστάκης θα βοηθήσουμε όσο μπορούμε».
Δεν είχα σκοπό να τον ξαναδώ.
Αράξαμε και πίναμε, την είχα ακούσει για τα καλά όταν με τράβηξε ο φίλος μου απ’ τον ώμο.
«Ε πάω να πάρω το υπόλοιπο σταφ, περιμένετε με εδώ»
«Ναι...»
Στο διάστημα που έλειπε, είχαμε αράξει με τη Νίνα μόνοι μας. Είχα γύρει λίγο πάνω της και σκέφτηκα «Μαλακία να μη φασώσω», και έσκυψα παραπάνω πάνω της για τη φιλήσω.

Δεν φάσωσα.

Τα νηφάλια άτομα ξεχωρίζουν αμέσως σε μια παρέα, συνήθως είναι αυτά που δε με γουστάρουν ερωτικά και φιλικά. Έτσι και η Νίνα ήταν ξεκάθαρη.
«Δε γουστάρω»
«Μα νόμιζα ότι ήθελες»
«Απλά είσαι τρελός» μου είπε χαμογελώντας. Ήμουν λίγο. Δεν επέμεινα και το ξεχάσαμε. Αργότερα γύρισε ο Χρηστάκης με τον Ντίλερ και με τις κόκες.
Ο Ντίλερ μου σφιξε το χέρι.
«Φίλε» γύρισα και του είπα σοβαρά σοβαρά «Έχεις διαβάσει κανά βιβλίο στη ζωή  σου;»

Με κοίταξε παραξενεμένος

«Τι μας τον κουβάλησες εδώ ρε Χρηστάκη» είπα στο φίλο μου «Δε θέλω σχέση με αμόρφωτους, καλύτερα να δίναμε λίγα λεφτά παραπάνω και να ενισχύαμε κανά παιδί που ξέρει γραφή και ανάγνωση»
Μετά θυμήθηκα ότι δεν πρέπει να λέω την πρώτη μαλακία που μου ‘ρχεται στο μυαλό. «Φίλε» είπα στον ντίλερ, «Είσαι καιρό φίλος με τον Χρήστο;»
«Λίγες μέρες έχουμε που γνωριστήκαμε» απάντησε επιφυλακτικά αυτός
«Α τότε συγνώμη» του είπα με λυπημένη έκφραση στη μούρη μου, «Αν ήξερα ότι δεν είστε κοντινοί φίλοι δε θα σου έκανα ποτέ τέτοια χαζά αστεία» πρόσθεσα και του  έδωσα το χέρι μου. Αυτός το σφιξε.
«Δεν παίζει θέμα τρελέ μου» απάντησε αυτός.

Και αράξαμε εκεί, σε μια αρκετά όμορφη πλατεία των νοτίων, και σκόρπισε ο καθένας τα μυαλά του στο πάτωμα και διάλεγε απ’ τα κομμάτια του το πιο όμορφο για να το καταπιεί. Μετά έβαζε δάχτυλο στο στόμα και το ξαναξέρναγε. Είπαμε για τα πάντα εκείνο το βράδυ, για την επανάσταση, για τον έρωτα, για εμφύλιους, για κηδείες, για καρκίνους και άλλα πράγματα.

Κόκα είχαμε, αλλά η μπύρα μας είχε τελειώσει.

Προσφέρθηκα να πάω εγώ. Οι φίλοι μου αναρωτήθηκαν αν ήμουν σε θέση να βρω το περίπτερο και να γυρίσω γρήγορα πίσω. Τους καθησύχασα.

Λίγα δεκάλεπτα αργότερα είχα χαθεί.

Ήταν τελείως ηλίθιο εκ’μέρους μου. Πάντα όταν πίνω πρέζα χάνω τελείως τον προσανατολισμό μου και τώρα είχα χαθεί σε μια περιοχή που δεν την ήξερα καν. Περπατούσα πάνω κάτω κάνοντας μερικές σβούρες με το κεφάλι μου και με σαλάκια να τρέχουν πάνω μου. Είχα δει και καλύτερες νύχτες εδώ που τα λέμε. Λίγο αργότερα εντόπισα το περίπτερο.

«ΘΑ ΜΟΥ ΔΩΣΕΙΣ ΤΣΑΜΠΑ ΜΕΡΙΚΕΣ ΜΠΥΡΕΣ;» ρώτησα τον περιπτερά, αφού είχα φτάσει σε τέτοια κατάσταση αποσύνθεσης, γιατί να μη το εκμεταλλευτώ, αυτή ήταν πάνω κάτω  λογική πίσω απ’ την ερώτηση μου.
«Όχι» μου είπε αυτός.

Διάλεξα μερικές μπύρες και λίγα πουράκια χύμα και τα πλήρωσα κανονικά. Πιστεύω ότι τον φόβιζα κάπως αλλά παρόλα αυτά με εξυπηρέτησε. Έφυγα για να ξαναβρώ τους φίλους μου αλλά γύρισα πίσω.

«Και μακριά απ’ την πρέζα φίλε μου» του είπα σα συμβουλή.

Περπάτησα για κανά εικοσάλεπτο αλλά ήταν μάταιο. Είχα χαθεί για τα καλά. Ένα αμάξι πέρασε δίπλα μου και οι επιβαίνοντες σε αυτό μου φώναξαν απ’ τα παράθυρα «Περαστικά φιλάρα», «Κι αγύριστα, βρωμόπαιδα» σκέφτηκα.

Είχα καμιά ώρα που είχα χαθεί όταν άρχισα να συνέρχομαι κάπως. Ειχε αρχίσει να έχει λιγοστό κόσμο στο δρόμο και πέτυχα μια παρέα συνομήλικους. Τους πλησίασα.
«Ξερετε που είναι το πάρκο...»
«Ναι ναι» μου είπα και μου έδειξαν το δρόμο, τους ευχαρίστησα. Κανά δεκάλεπτο μετά μπήκα στο πάρκο. Δεν ήταν κανείς εκεί.
«Εντάξει» σκέφτηκα «Θα ξαπλώσω σε κανα δεντρο από κάτω και θα γυρίσω σπίτι σε μερικές ώρες». Πάνω όμως που είχα βρει το κατάλληλο δέντρο ο Χρηστάκης πετάχτηκε προς το μέρος μου και με αγκάλιασε.
«ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΦΟΒΗΘΗΚΑ ΤΟΣΟ»
«Ναι αλλά να κάτσουμε λίγο ε»

Καθήσαμε. Όπως μου είπαν ο Χρήστος και η Νίνα, είχαν φοβηθεί για τα χειρότερα. Να με είχαν συλλάβει, να είχα λιποθυμήσει, να με είχε μαζέψει κανάς σκουπιδιάρης και τέτοια. Το ενδεχόμενο να είχα πετύχει κανά καλό γκομενακι και να ήμουν σπίτι της ούτε που το σκέφτηκαν.

«Ρωτήσαμε τον περιπτερά αν είχε δει κανάν περίεργο τύπο και μας είπε όχι»»
«Α το μαλάκα»
«Ναι το καταλάβαμε οτι έλεγε ψέμματα γιατί μας είπε να φύγουμε μόλις μας απάντησε.
«Διονύση τι τρέχει με σένα» με ρώτησαν.
«Παιδιά, απλά έβαλα λίγο πρέζα στην κόκα, μην φρικάρετε» τους είπα για να τους καθησυχάσω και έψαξα την τσέπη να βρω το μισό περίπου γραμμάριο που θα μου χε μεινει. Δεν ήταν εκεί.
«ΔΕΝ ΤΗΝ ΒΡΙΣΚΩ» φώναξα και άρχισα να ψάχνω πάνω κάτω. Τελικά μετά από πολύ ώρα την βρήκα. Δεν ήμουν σίγουρος οτι ήταν πρέζα ή αν ήταν κανά ξεραμένο κουράδι περιστεριού αλλά το ρίσκαρα. Έσπασα μια γραμμή και ήταν όντως. Ένιωσα αυτή την ψεύτικη μα και αληθινή ταυτόχρονα πρεζάκικη ευτυχία να τσουλάει απ’ τα δαχτυλά των ποδιών μου στις τρίχες του κεφαλιού μου.
«Τέλεια, δεν πάμε σπίτια μας σιγά σιγά;» ρώτησα
«Εγώ δεν έχω που να μείνω» είπε η Νίνα
«Ε μένεις σε μένα σιγά» της είπα
«Εντάξει αλλά δε θα μου την πέσεις» πρόσθεσε αυτή αυστηρά. Τώρα θα έπρεπε να την φορτωθώ, εντάξει τουλάχιστον ήταν ενδιαφέρον σχετικά άτομο. Όλο και καμια μαλακία θα λέγαμε στο δρομο.

Πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Ήμουν πολύ κουρασμένος απ’ τη μέρα μου. Κάθησα στη στάση του λεωφορείου και άναψα ένα τσιγάρο.

«Συγνώμη δεν μπορείτε να καπνίσετε κάπου αλλού;» γύρισα και αντίκρυσα το πρόσωπο που είχε πει αυτή την μαλακία, μια καλοντυμένη ξανθιά στα 40 της με ελαφριά γερμανική προφορά.
«Όχι» απάντησα. Και όντως δεν ήθελα, δε θα άντεχα όρθιος αλλά δε θα άντεχα και χωρίς τσιγάρο. Η πρέζα έχει κάτι μαγικό που ανεβάζει την ευχαρίστηση του τσιγάρου τουλάχιστον στα επίπεδα του να σου τραβάει μαλακία η Τζένιφερ Ανιστον.
«Είστε απαράδεχτος, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να εισπνέουμε τον καπνό σας, στις καφετέριες έχουν χώρο για καπνιστές και για μη καπνιστές.
«Να πας να περιμένεις το λεωφορείο στην καφετέρια τότε» της απάντησα.
«Δεν είναι τρόπος αυτός, αίσχος» μου φώναξε μες το αυτί μου.

Τράβηξα την τελευταία τζουρα, την έπιασα απ’ τον ώμο και της κόλλησα τη γόπα κοντά στα μάτια της «ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ» ούρλιαξα «ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΤΣΙΓΑΡΟ, ΕΝΑ ΣΒΗΣΜΕΝΟ ΤΣΙΓΑΡΟ» της είπα και πέταξα το τσιγάρο στο πάτωμα.

«Δεν έχεις καμία κουλτούρα γελοίε μου είπε». Αυτό με πόνεσε. Δεν έφαγα τσάμπα τα νιατα μου διαβάζοντας Φουκώ και Χέγκελ για να ακούω τέτοια πράγματα. «ΕΧΩ ΚΑΙ ΓΑΜΩ ΤΙΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΕΣ» της απάντησα φωνάζοντας. Το λεωφορείο είχε έρθει,εμείς ανεβήκαμε αυτή όχι.
Φτάσαμε σπίτι μου αρκετή ώρα αργότερα με τη Νίνα. Προσπάθησα να κάνω κίνηση αλλά έφαγα Χ, της δάνεισα όμως μερικά βιβλία που θα την κάνουν πιο έξυπνη στο μέλλον. Κοιμηθήκαμε, φάγαμε πρωινό και μετά αυτή έφυγε. Λίγο καιρό μετά πηδήχτηκε με το Χρηστάκη, ε τι να γίνει. Τα έχει αυτά η ζωή. Ούτε η πρώτη ούτε ο τελευταίος.

Τώρα που τα ξανασκέφτομαι όλα αυτά βέβαια νομίζω πως τρελοί κατά βάση είναι οι άνθρωποι που δεν πέφτουν στην πρέζα. Τρελοί είναι και αυτοί που συνεχίζουν να πίνουν πρέζα. Εγώ είμαι ο Διονύσης Ρακόπουλος κι έξω απ’ το παράθυρο μου ξεχύνεται όλη αυτή η εμετίλα της ανθρωπότητας. Από εκεί σας γράφω. Σας φιλώ και σας στέλνω την αγάπη μου. Και να μην αναμειγνύετε τα ναρκωτικά που πέρνετε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου